παραβλητικός


παραβλητικός
παρα-βλητικός, ή, όν, zum Hinzusetzen, Danebenstellen od. Vergleichen gehörig

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • παραβλητικός — employing comparisons masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβλητικός — ή, όν, Α [παραβλητός] 1. αυτός που παραβάλλει, που συγκρίνει 2. γραμμ. συγκριτικός. επίρρ... παραβλητικῶς Α 1. συγκριτικά 2. παράλληλα …   Dictionary of Greek

  • παραβλητικόν — παραβλητικός employing comparisons masc acc sg παραβλητικός employing comparisons neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβλητικοῖς — παραβλητικός employing comparisons masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβλητικῶς — παραβλητικός employing comparisons adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.